Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΕΥΧΗ

Ἀνέτειλε καινούργιος χρόνος, τὸ 2018! Τὸν ὑποδεχθήκαμε μὲ προσδοκίες καὶ μὲ ὄνειρα κι ὅλοι εὐχόμαστε νὰ εἶναι καλύτερος ἀπ᾿ τὸν παλιό. Γι᾿ αὐτὸ στέλνουμε καὶ λαμβάνουμε εὐχετήριες κάρτες. Τηλεφωνοῦμε νὰ εὐχηθοῦμε ἢ δεχόμαστε εὐχετήρια τηλεφωνήματα. Ἐπισκεπτόμαστε συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἀνταλλάσσουμε εὐχές. Διοργανώνουμε ἑορταστικὲς ἐκ­δη­λώσεις. Κόβουμε βασιλόπιτα.

Στὶς εὐχὲς ποὺ ἀνταλλάσσουμε συν­ήθως εὐχόμαστε «χρόνια πολλά», «κα­λὴ χρονιὰ κι εὐλογημένος ὁ καινούργιος χρόνος». Κι ἄλλες εὐχὲς ἀκούγον­ται, ἀλλὰ ἡ ὡραιότερη ἀπ᾿ ὅλες εἶναι ἡ ἁγιογραφικὴ εὐχὴ τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀποστόλου Πέτρου ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ ζήσουμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ: «Θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 2). 

Ἀρκετά, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, εἶναι τὰ προηγούμενα χρόνια τῆς ζωῆς μας, ποὺ ζήσαμε σύμφωνα μὲ τὶς ἁμαρτω­λὲς ἐπιθυμίες τῆς διεφθαρμένης φύσεώς μας, μὲ κάθε λογῆς αἰσχρότητες, μὲ μεθύσια, μὲ ἄσεμνα γλέντια καὶ φαγοπότια, μὲ ὄργια ποὺ περιφρονοῦν τὸν ἠθικὸ νόμο καὶ ἐξευτελίζουν τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια (δ΄ 3). Τώρα εἶναι καιρὸς τὶς παλιὲς κακὲς συνήθειές μας νὰ τὶς κόψουμε, τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μέσα μας νὰ τὸν σταυρώσουμε καὶ νὰ παύσουμε στὸ ἑξῆς νὰ ἁμαρτάνουμε (δ΄ 1). 

Γιατί δὲν μέναμε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ προηγούμενα χρόνια τῆς ζωῆς μας; Γιατί ἀκούγονταν τόσες γκρίνιες καὶ παράπονα; Ἂν μὲ εἰλικρίνεια ἀπαντήσουμε στὰ ἐρωτήματα αὐτά, θὰ ὁμολογήσουμε ὅτι ἡ κυριότερη αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ, δὲν εἶ­ναι τόσο ἡ παρατεινόμενη κρίση ποὺ μαστίζει τὸν τόπο μας, ὅπως ὑποστηρίζουν πολλοί, οὔτε ἡ κακὴ διακυβέρνηση τῆς Χώρας, ὅπως ὑποστηρίζουν ἀρκετοί, ἀλλὰ ἡ ἀποστασία μας ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ βασανιζόμαστε καὶ ὑποφέρουμε. 

Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἁμαρτάνει καν­εὶς ἀσύστολα καὶ ἡ ζωή του νὰ εἶναι εὐ­τυχισμένη. Ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας φέρνει θλί­ψη καὶ ὀδύνη στὴν ψυχή: «Θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀν­θρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν» (Ρωμ. β΄ 9). Φέρνει τὸν θάνατο: «Τὰ ὀ­ψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. ς΄ 23). Μ᾿ αὐτὸ τὸν μισθὸ πληρώνει ἡ ἁ­μαρτία τοὺς δούλους της. Τοὺς πληρώνει μὲ τὴ θλίψη, μὲ τὴν ὀδύνη καὶ μὲ τὸν θά­νατο. 

Οἱ ἄνθρωποι θέτουμε στόχους καὶ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς ἐπιτύχουμε, ἀλ­λὰ χωρὶς νὰ εὐθυγραμμίζουμε τὴ ζωή μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς ἔρχονται ὅλα ἀνάποδα. 

Ἐφόσον ὅμως ἐπιλέγουμε νὰ πορευόμαστε σύμφωνα μὲ τὰ θελήματα τῶν ἁμαρτωλῶν καρδιῶν μας, πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ χαροῦμε τὸν καινούργιο χρόνο; Θὰ εἴμαστε πάλι στὰ ἴδια. Θὰ πᾶμε καὶ στὰ χειρότερα.  

Ὅμως ὁ ἅγιος Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε παράταση ζωῆς γιὰ νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ ἁμαρτάνουμε ἀσύστολα, ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνουμε τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ παρουσιάσουμε ἀλ­λαγὴ πρὸς τὸ καλύτερο. Νὰ γίνουμε και­νούργιοι ἄνθρωποι· καινούργιοι στὶς σκέψεις, στὶς ἀποφάσεις καὶ στὴ ζωή. Μᾶς χάρισε «τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς χρηστότητός» Του, γιὰ νὰ κατεργαζόμαστε «μετὰ φόβου καὶ τρόμου» τὴ σωτηρία μας καὶ νὰ ἐπιτύχουμε τὸν ἁγιασμό μας. Νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία πλεύσεως. «Ν᾿ ἀνοίξουμε κουπὶ καὶ νὰ τραβήξουμε γιὰ τὰ πελάγη ταξιδευτές. Νὰ γίνουμε ὁδοιπόροι πιὸ φλογεροὶ στὸ δύσκολο τ᾿ ἀνέβασμα γιὰ τὶς ψηλὲς κορφές». Μᾶς χάρισε μιὰ ἀκόμη καινούργια χρονιά, γιὰ νὰ μεταμορφούμεθα «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» μὲ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ νοῦ μας καὶ τὴν ἀπόκτηση νέων, ἁγίων φρονημάτων, ὥστε νὰ διακρίνουμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, «τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. ιβ΄ [12] 2), καὶ νὰ συμμορφούμεθα πρὸς αὐτό.

Ἑπομένως ἡ ὡραιότερη εὐχὴ γιὰ τὸν καινούργιο χρόνο εἶναι νὰ ζήσουμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ βαδίζουμε μὲ συνέπεια τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ. Νὰ ἀφήνουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ κάνουμε μὲ φιλότιμο τὸ χρέος μας. 

Ἂν ἀγωνιζόμαστε τὸν «καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» καὶ ζοῦμε μὲ πληρότητα τὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωὴ μέσα στὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, θὰ προγευόμαστε ἀπὸ τώρα τὸν Παράδεισο καὶ θὰ εἶναι ὁ καινούργιος χρόνος ποὺ μᾶς χάρισε ὁ εὐλογητὸς Τριαδικὸς Θεός, κα­λὸς καὶ ἀληθινὰ εὐτυχισμένος.