Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΟΦΘΑΛΜΟΣ – ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. Ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου φω­τεινόν ἔσται» (Ματθ. 6.22).

Ἀπό τό ὄρος τῶν Μακαρισμῶν ἀκού­­ε­ται σήμερα μέ­σα στούς να­ούς μας ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ· «τό λυχνάρι τοῦ σώματος εἶναι τά μάτια· καί ἄν τά μά­τια μας εἶναι καθαρά καί εἰλικρινῆ καί ἄδο­λα, τότε καί ὁλόκληρο τό σῶμα μας θά εἶναι γεμάτο φῶς καί θά ἐκ­πέμπει τό φῶς».

Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χρι­στός ἀναφέρεται στήν ἀναγκαιό­τη­τα τοῦ φω­τός καί στή σημασία τοῦ λύχνου, οὔτε εἶ­ναι ἡ πρώτη φορά κατά τήν ὁποία ὑπο­γραμ­μίζει τή ση­μασία τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ ἀν­θρώ­που γιά τήν καθαρό­τητα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας. Φῶς τοῦ κό­σμου ὁ Χρι­στός, ὅπως τό διακή­ρυξε ἴδιος, ἐπιθυ­μεῖ καί οἱ μαθητές του καί ὅσοι θά πιστεύ­σουν σέ Αὐτόν στούς αἰῶνες νά εἶναι φῶς τοῦ κό­σμου, νά εἶναι φῶς ἀνάμεσα στούς ἀν­θρώπους, νά εἶναι σάν τή λυχνία πού φω­τίζει τόν δρόμο καί τή ζωή τῶν ἀν­θρώ­­πων καί «λάμπει πᾶσιν τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ».


Γι’ αὐτό καί σήμερα, συνεχίζοντας τήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Χρι­στός μᾶς ὑπο­δεικνύει τόν τρόπο καί τή μέθοδο μέ τήν ὁποία θά μπορέ­σουμε νά γίνουμε «φῶς τοῦ κό­σμου».

Εἶναι γνωστό σέ ὅλους μας ὅτι ὅ,τι φω­τίζει δέν μπορεῖ νά εἶναι τό ἴδιο σκοτεινό, ἀλλά πρέπει νά εἶναι γε­μά­το φῶς. Ἄν, λοι­πόν, θέλουμε νά φωτίζουμε τούς ἀν­θρώ­πους καί τόν κόσμο, τότε θά πρέπει καί ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι νά εἴμαστε φωτει­νοί. «Φω­τισθῆναι», γράφει ὁ ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ θεολόγος, «καί εἶτα φωτί­σαι». Πρέ­πει νά φωτισθοῦμε πρῶτα ἐμεῖς, γιά νά μπορέσουμε νά φωτίσουμε καί τούς ἄλ­λους, καθώς ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι δέν εἴμα­στε αὐτόφω­τοι, ὅπως ὁ Θεός, ἀλλά ἀντα­να­κλοῦ­με τό δικό του φῶς, ἐφόσον τό ἔχουμε. Καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά γί­νουμε φωτεινοί, λέγει ὁ Χριστός, εἶναι νά δια­τηροῦμε τά μάτια μας φωτεινά καί κα­θαρά, γιατί αὐτά εἶναι πού φωτίζουν ὅλο τό σῶμα.

Ὁ Θεός, διδάσκουν οἱ Πατέρες, ἔδωσε στόν ἄνθρωπο δύο θυρίδες ἀπό τίς ὁποῖες εἰσέρχεται ἡ γνώση, εἰσέρχεται ὁ πλοῦτος τοῦ κόσμου, εἰσέρχεται ἡ χαρά, εἰσέρχεται ὁ ἴδι­ος ὁ Θεός καί ἡ χάρη του, εἰσέρ­χεται ὅμως καί ὁ πειρασμός, ἡ ἡδο­νή καί ἡ ἁ­μαρτία. Καί οἱ δύο αὐτές θυρίδες εἶναι τά μάτια μας. Ἀπό αὐτά περ­νοῦν ὅλες οἱ εἰ­κό­νες τοῦ κόσμου, καλές καί κακές, ἀγα­θές καί ἁμαρ­τωλές, καί αὐτές οἱ εἰκόνες δημι­ουρ­γοῦν στή συνέχεια τίς σκέψεις καί τούς λογισμούς, τίς ἐπιθυμίες καί τίς πρά­ξεις. Ἄν οἱ εἰκόνες εἶναι ἀγαθές, εἶναι ἅ­γιες, εἶναι εὐάρεστες στόν Θεό, τότε οἱ σκέ­­ψεις πού δημι­ουρ­γοῦνται μέσα μας ἀπό αὐτές εἶ­ναι καί αὐτές ἀγαθές καί ἅ­γιες καί ὁδηγοῦν σέ πράξεις ἀρετῆς καί ἔργα ἀγάπης, μέσω τῶν ὁποίων φωτί­ζε­ται ὁ κόσμος καί δοξάζεται ὁ Θεός.

Ἄν ὅμως οἱ εἰκόνες πού φθάνουν στόν νοῦ καί τήν ψυχή μας περνῶ­ν­τας μέσα ἀπό τά μάτια μας εἶναι σκοτεινές καί πο­νη­ρές καί ἁμαρτω­λές, τότε, ἄν δέν προσέ­ξουμε, ἄν δέν κλείσουμε τά μάτια μας καί δέν τίς ἀποφύγουμε, θά μετατραποῦν σέ πο­νηρούς καί ἐφάμαρτους λογι­σμούς πού θά ἐξελιχθοῦν σέ ἀνά­λο­γες πράξεις, ρυ­παί­νοντας ὁλόκληρο τόν ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καί σβύνοντας μέσα μας τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ πού καίει ἀπό τήν ἡμέρα τῆς βα­πτίσεώς μας.

Γι’ αὐτό θά πρέπει νά εἴμαστε ἰδιαίτερα προσεκτικοί πῶς χρησι­μο­­ποι­οῦμε τά μάτια μας. Ὁ Θεός μᾶς τά ἔδωσε ὡς ἕνα μεγά­λο καί πολύτιμο δῶρο, ὄχι μόνο γιά νά μᾶς ἐξυπηρετοῦν στίς ἀνά­γκες τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας καί γιά νά ἀπο­λαμβάνουμε ὅσα «καλά λίαν» δημι­ούρ­­γησε Ἐκεῖνος γιά χάρη μας, ἀλλά καί γιά νά προσ­βλέ­πουμε πρός Αὐτόν καί νά προσλαμβάνουμε τήν εἰκόνα καί τή μορ­­φή του διά τῶν ὀφθαλ­μῶν μας στήν ψυχή μας.

Ἄν θέλουμε, λοιπόν, νά εἶναι τά μά­τια μας ἀνοικτά καί καθαρά γιά νά δέ­χο­νται τό φῶς καί τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δέν θά πρέπει νά τά στρέ­φουμε σέ θεάματα ἁμαρ­τωλά καί ἀκάθαρτα. Γιατί, ὅπως δέν χρησιμο­ποι­οῦμε ἕνα σκεῦος μέ τό ὁποῖο με­ταφέρουμε ἕνα εὐῶδες καί ἀκριβό ἄρω­μα γιά νά μεταφέρουμε ἕνα δη­λη­τήριο, ἔτσι δέν εἶναι δυνατό νά χρησιμοποιοῦμε καί τά μάτια μας, ἀπό τά ὁποῖα δεχόμαστε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στήν ψυχή μας, τά μάτια μας μέ τά ὁποῖα βλέπουμε τή μορφή τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν ἁγί­ων, γιά νά μεταφέρουμε στήν ψυ­­χή μας εἰ­κόνες ταπεινές καί γήι­νες καί ἁμαρ­τωλές, γιατί τότε τά μά­τια μας χάνουν τή δυ­νατότητα νά βλέπουν τό ἀγαθό, χάνουν τή δυ­νατότητα νά βλέπουν τόν Θεό καί γίνονται σκοτεινά καί αὐτά καί ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή μας.

Γι᾽αὐτό ἄς φροντίσουμε νά τά διατηροῦμε καθαρά, ἔτσι ὥστε νά ἀξιωθοῦμε σέ αὐτή τή ζωή νά βλέπουμε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ νά φω­τίζει τήν ψυχή μας καί στήν ἄλλη ζωή νά κα­ταυγα­σθοῦμε ἀπό τό φῶς τῆς Θεότητός του.

 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

 

 

 

ΠΗΓΗ