ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ – ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ἀπριλίου 2019, Ε΄ Νηστειῶν, Ὁσ. Μαρίας Αἰγυπτίας (Μάρκ. ι΄ 32-45)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς ῾Ιεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. Καὶ προσπορεύον­ται αὐτῷ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ δυνάμεθα. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

1. «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα»

Παράδοξο θέαμα ἀντικρίσαμε στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Ὁ Κύριος δὲν συνοδοιποροῦσε μὲ τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ «ἦν προάγων αὐτούς»· πήγαινε μπροστά, προπορευόταν.

Πορεύεται πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. Γνωρίζει τί Τὸν περιμένει ἐκεῖ. Ὡς Θεὸς προγνωρίζει κάθε λεπτομέρεια τοῦ φρικτοῦ Πάθους Του. Καὶ ὅμως δὲν διστάζει. Προχωρεῖ μὲ στέρεη καὶ ἀμετακίνητη ἀπόφαση νὰ προσφέρει τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Δὲν δειλιάζει, δὲν τρέμει. Σπεύδει. Βρίσκεται σὲ ἔξαρση πνευματική. Ἡ σκέψη Του εἶναι ἀπορροφημένη ἀπὸ τὰ μεγάλα γεγονότα τῶν ἀμέσως ἑπόμενων ἡμερῶν. Συγκεντρώνει τοὺς μαθητές Του καὶ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τοὺς προλέγει τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση:

–«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα». Ἀνεβαίνουμε πλέον στὰ Ἱεροσόλυμα.

Αὐτὸν τὸν λόγο θὰ τὸν ἀκούσουμε καὶ στὴν ὑμνολογία. Ἐλάχιστες ἡμέρες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Θὰ γιορτάσουμε τὰ Πάθη Του. Ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ τὰ γιορτάσουμε, ὥστε νὰ τὰ ζήσουμε; Ὀφείλουμε νὰ ἑτοιμασθοῦμε κυρίως ἐσωτερικά. Νὰ μιμηθοῦμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀποφασιστικότητα τοῦ Κυρίου μας. Νὰ συγκεν­τρώσουμε τὸν νοῦ μας στὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα. Νὰ ἐντείνουμε τὸν ἀγώνα. Νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ν᾿ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας· τὸ Πάθος Του νὰ συγκινήσει τὶς καρδιές μας, νὰ γεννήσει ἀποφάσεις, μετάνοια, διόρθωση.

2. Πῶς θὰ δοξασθοῦμε μὲ τὸν Χριστὸ

Ἀλλ᾿ ἐνῶ μὲ τέτοια διάθεση πορεύεται ὁ Κύριος, οἱ μαθητὲς δὲν τὸν καταλαβαίνουν. Πλησιάζουν οἱ δύο γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, καὶ Τοῦ ζητοῦν μία χάρη: Τώρα ποὺ πρόκειται νὰ ἀναλάβει, καθὼς νόμιζαν, τὴ Βασιλεία Του στὴν Ἱερουσαλήμ, νὰ τοὺς τιμήσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητές· νὰ τοὺς βάλει στὰ δεξιὰ καὶ στὰ ἀριστερά Του. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἀπαντᾶ:

–«Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε». Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε.

Δὲν ἤξεραν τί ζητοῦσαν, διότι ἡ Βασιλεία Του δὲν εἶναι ἐπίγεια καὶ κοσμική, ἀλλὰ οὐράνια καὶ πνευματική.

Γι᾿ αὐτὸ ρωτᾶ τοὺς δύο μαθητές: Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήριο τοῦ θανάτου ποὺ Ἐγὼ πρόκειται νὰ πιῶ, καὶ νὰ βαπτισθεῖτε τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου ποὺ σὲ λίγο θὰ ὑποστῶ; Ὁ Κύριος καλεῖ στὴ Βασιλεία Του ζητώντας αὐταπάρνηση καὶ ὑποσχόμενος θλίψεις. Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ περνᾶ ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Δηλαδὴ ὁ καθένας θὰ δοξασθεῖ στὴν οὐράνια Βασιλεία ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς αὐταπαρνήσεως ποὺ θὰ ἔχει δείξει στὴν ἐπίγεια ζωή του, καὶ μὲ τὰ παθήματα ποὺ θὰ ἔχει ὑποστεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Χάρις καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν δίδονται ἔξωθεν στὸν ἄνθρωπο, αὐθαίρετα καὶ μεροληπτικά, ἀλλὰ πλημμυρίζουν τὴν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ στὸ μέτρο ποὺ ἐκεῖνος ἔχει ἀδειάσει ἀπὸ τὸν ἐγωισμό του.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ δίδαξε στοὺς μαθητές Του νὰ μὴν ἀκολουθοῦν τὴ νοοτροπία τῶν ἐπίγειων ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι ἐξουσιά­ζουν τοὺς λαοὺς σὰν νὰ εἶναι δοῦλοι τους. Ἀλλὰ ὅποιος θέλει, τοὺς εἶπε, νὰ γίνει μεγάλος στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ γίνει διάκονος τῶν ἄλλων καὶ δοῦλος τους, νὰ ταπεινωθεῖ μπροστά τους.

Ἂς ἀποβάλουμε λοιπὸν κάθε φιλοδοξία ἢ ἄλλη ἰδιοτέλεια κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς. Νὰ μὴ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο ἐπίγεια ἀνταλλάγματα γιὰ τὴν εὐσέβειά μας, ἀλλὰ νὰ Τοῦ δείχνουμε ἀληθινὴ ἀφοσίωση σηκώνοντας τὸν σταυρό μας καὶ ἀκολουθώντας Τον στὸ Πάθος Του. Ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἡ καρδιακὴ ταπείνωση εἶναι τὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου καὶ τὸ μέσο τῆς ἀληθινῆς ὑψώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

3. Τὸ τέλειο πρότυπό μας

«Καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν». Διότι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὸν Ἑαυτό του, δὲν ἦλθε στὸν κόσμο νὰ ὑπηρετηθεῖ, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ δώσει τὴ ζωή Του λύτρο, ὥστε νὰ ἐξαγορασθοῦν καὶ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο πολλοί.

Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε μόνο ἐντολές, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐνανθρώπησή Του πρῶτος τὶς ἐφάρμοσε χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος γιὰ κάτι τέτοιο, ἀπὸ μόνη τὴν ἀγάπη Του γιὰ μᾶς. Ἦλθε στὴ γῆ μας, ἔζησε τὴ ζωή μας, ζωὴ ὄχι ἀνέσεων καὶ τιμῶν ἀλλὰ κακοπάθειας καὶ διακονίας τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Θέλουμε νὰ μάθουμε πῶς ἀκριβῶς εἶναι ἡ ζωὴ ἡ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἂς μελετοῦμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἂς μαθητεύουμε στὸ παράδει­γμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Αὐτὸς εἶναι τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν πρότυπό μας, ποὺ πρέπει νὰ τὸ μιμηθοῦμε.

Τὶς ἅγιες ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἂς προτρέψουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ μελετήσει τὸ τέλειο πρότυπο, τὸν Κύριο, στὴν ἀποκορύφωση τῆς διακονίας Του, στὴν Ἄκρα Ταπείνωσή Του. Νὰ μελετήσει, νὰ συγκινηθεῖ· καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει στὴν ὁδὸ τῆς διακονίας, τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀγάπης. Εἶναι ὁδὸς κοπιώδης, ἀλλὰ ἡ μόνη ποὺ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ καὶ καταλήγει στὴ Βασιλεία τῆς αἰώνιας μακαριότητος.

 

ΠΗΓΗ