ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)
Ἐφεσ. 4, 7-13

Ἡ Ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς μετὰ τὰ Φῶτα, παρμένη ἀπὸ τὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου, ἀναφέρεται στὰ προσόντα ἢ μᾶλλον στὰ χαρίσματα τῶν Χριστιανῶν ποὺ ὄχι μόνο δὲν διαταράσσουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ συντελοῦν στὴ σταθεροποίησή της. Ἂς δοῦμε πρῶτα τὴν περικοπὴ σὲ μετάφραση:

«Στὸν καθένα μας ἔχει δοθεῖ κάποιο ἰδιαίτερο χάρισμα, σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο ποὺ δωρίζει ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ λέει ἡ Γραφή: Ἀνέβηκε ψηλά, πῆρε μαζί του αἰχμαλώτους, ἔδωσε δῶρα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἀνέβηκε ψηλὰ ὅμως, τί ἄλλο σημαίνει παρὰ πὼς προηγουμένως εἶχε κατέβει ἐδῶ κάτω στὴ γῆ; Αὐτὸς ποὺ κατέβηκε εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἀνέβηκε πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ γεμίσει μὲ τὴν παρουσία του τὸ σύμπαν. Αὐτός, λοιπόν, σὲ ἄλλους ἔδωσε τὸ χάρισμα τοῦ ἀποστόλου, σὲ ἄλλους τοῦ προφήτη, σὲ ἄλλους τοῦ εὐαγγελιστῆ καὶ σ’ ἄλλους τοῦ ποιμένα καὶ δασκάλου, γιὰ νὰ καταρτίζουν τοὺς πιστοὺς γιὰ τὸ ἔργο τῆς διακονίας, ὥστε νὰ οἰκοδομεῖται τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι θὰ καταλήξουμε ὅλοι στὴν ἑνότητα ποὺ δίνει ἡ πίστη καὶ ἡ βαθιὰ γνώση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, θὰ γίνουμε ὥριμοι καὶ θὰ φτάσουμε στὴν τελειότητα ποὺ μέτρο της εἶναι ὁ Χριστὸς» (Ἐφεσ. 4,7-13).

1. Ἡ περικοπὴ ἀρχίζει μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι «στὸν καθένα μας ἔχει δοθεῖ κάποιο ἰδιαίτερο χάρισμα». Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποιο χάρισμα, ἄλλοι μικρότερο καὶ ἄλλοι μεγαλύτερο. Σὲ ἄλλους εἶναι φανερό, σὲ ἄλλους ἴσως κρυμμένο. Ἄνθρωπος χωρὶς χάρισμα, χωρὶς ἔστω καὶ μικρὸ τάλαντο, δὲν ὑπάρχει. Πρέπει μόνο νὰ τὸ ἐντοπίσει, νὰ τὸ συνειδητοποιήσει γιὰ νὰ τὸ θέσει στὴν ὑπηρεσία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὸ πρῶτο λοιπὸν βῆμα στὴν πορεία τῆς τελειότητας μὲ τὴν ὁποία τελειώνει τὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἀξιοποίηση τοῦ ταλάντου. Ἡ μεμψιμοιρία καὶ τὸ παράπονο ἐκείνων ποὺ νομίζουν ὅτι στεροῦνται χαρισμάτων, ἂν δὲν ἔχει ψυχολογικὰ αἴτια, εἶναι ὁπωσδήποτε μία πρόφαση γιὰ ἀποφυγὴ τῆς προσφορᾶς, μία φτηνὴ αἰτιολόγηση τῆς ὀκνηρίας. Ὁ ἄνθρωπος τῶν ὀλίγων προσόντων – τοῦ ἑνὸς ταλάντου, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὴ γνωστὴ παραβολὴ τοῦ Ἰησοῦ περὶ ταλάντων (Ματθ.25, 14-30) – ἀντὶ νὰ μεμψιμοιρεῖ ἢ νὰ φθονεῖ τοὺς ἄλλους, ἂς εἶναι μᾶλλον εὐχαριστημένος μὲ τὴ σκέψη ὅτι οἱ ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας ἀπ’ αὐτὸν θὰ εἶναι μικρότερες καὶ ἡ λογοδοσία του στὸν δωρητὴ τῶν ταλάντων ἐλαφρότερη.

2. Μία δεύτερη παρατήρηση ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν περικοπὴ μας εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν χαρισμάτων. Ὅ,τι ἔχει δοθεῖ στὸν κάθε χριστιανό, στὸν κάθε ἄνθρωπο γενικότερα σὰν δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει σκοπὸ τὴν ψυχολογικὴ ἱκανοποίηση καὶ προβολὴ τοῦ ἀτόμου, τὴν ἐπίδειξη δυνάμεως, τὴν ἐπιβολή του στοὺς ἄλλους, ἀλλ’ ἀποβλέπει κυρίως στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἄλλων. Εἰδικότερα τὰ ἀναφερόμενα στὴν περικοπὴ χαρίσματα ἀναφέρονται στοὺς ἀξιωματούχους τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡς πρώτους χαρισματούχους ἀναφέρει ὁ Ἀπ. Παῦλος τοὺς «ἀποστόλους». Δὲν πρόκειται μόνο περὶ τῶν «δώδεκα», ἀλλὰ περὶ τῶν ἱεραπόστολων ἐν γένει τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐν συνέχεια, ἀναφέρει τοὺς «προφῆτες» μὲ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ τοὺς ἐμπνευσμένους διδασκάλους τῆς κοινότητας, ἔργο τῶν ὁποίων ἦταν ἡ οἰκοδομή, ἡ παράκληση, ἡ παραμυθία τῶν ἀδελφῶν (Α΄ Κορ. 14,3). Ἡ Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων (τέλη τοῦ α΄ αἰῶνα) ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ τῶν χριστιανῶν περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ διακρίνουν τοὺς ἀληθινοὺς προφῆτες ἀπὸ τοὺς ψευδεῖς: «Ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ του διακρίνεται ὁ ψευδοπροφήτης ἀπὸ τὸν προφήτη…κάθε προφήτης ποὺ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, ἐὰν αὐτὰ ποὺ διδάσκει δὲν τὰ ἐφαρμόζει εἶναι ψευδοπροφήτης…Κι ὅποιος σᾶς πεῖ, δῶσε μου χρήματα ἢ ὀ,τιδήποτε ἄλλο, αὐτὸν δὲν θὰ τὸν ἀκούσετε» (Διδαχὴ ΧΙ, 9-12).

Δὲν εἶναι πολὺ εὐδιάκριτη ἡ διαφορὰ «προφητῶν» καὶ «διδασκάλων». Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διακρίνει αὐτοὺς ὡς ἑξῆς: «Ὁ μὲν προφήτης ὅ,τι λέει τὸ λέει ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, ὁ δὲ διδάσκαλος, μερικὲς φορὲς τὰ λέει ἀπὸ τὸ δικό του τὸ μυαλό… διὰ τοῦτο καὶ τὸν ἀναφέρει μετὰ τὸν προφήτη. Τοῦ ἑνὸς τὰ λόγια εἶναι χάρισμα, τοῦ ἄλλου καὶ ἀνθρώπινος κόπος» (PG 61, 265). 

«Εὐαγγελιστὴς» εἶναι ὁ ἐνισχύων τοὺς πιστοὺς καὶ κηρύττων στὶς ἱδρυόμενες κοινότητες. Ὁ Φίλιππος ἕνας ἐκ τῶν ἑπτὰ διακόνων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, χαρακτηρίζεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (21,8) ὡς «εὐαγγελιστής», τὸν δὲ Τιμόθεο παροτρύνει ὁ Παῦλος νὰ ποιήσει «ἔργον εὐαγγελιστοῦ» (Β΄ Τιμ. 4,5). Οἱ εὐαγγελιστὲς ἦταν, φαίνεται, περιοδεύοντες ἱεροκήρυκες.

3. Γενικῶς μιλώντας γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κάποιο χάρισμα ἢ ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία ἐπισημαίνουμε τὸν ἑξῆς κίνδυνο: Ἡ ἐξουσία ἀποτελεῖ μεγάλο πειρασμό. Πολὺ εὔκολα συγχέονται οἱ προσωπικὲς φιλοδοξίες μὲ τὴ διακονία τῶν ἀδελφῶν. Μὲ τὸν μανδύα τῆς προσφορᾶς ὑπηρεσιῶν καλύπτει κανεὶς μερικὲς φορὲς δικές του ὑποσυνείδητες ἐπιθυμίες. Ἡ ὑπέρβαση αὐτῶν τῶν προσωπικῶν φιλοδοξιῶν, ποὺ μέχρις ἑνὸς σημείου εἶναι δικαιολογημένες καὶ ἀναπόφευκτες στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἕνα ἀποφασιστικὸ βῆμα στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὑπευθύνου ἔργου διακονίας ποὺ ἔχει ἐπωμισθεῖ ὁ ἀξιωματοῦχος λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας.

4. Ἂς προσθέσουμε μία τελευταία σκέψη. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνεργοποιεῖ καὶ δραστηριοποιεῖ τὸ χάρισμα εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς αὐτὴν σβήνει καὶ ἀπονεκρώνεται ἀκόμη καὶ τὸ σπουδαιότερο τάλαντο. Μοιάζει ὁ ταλαντοῦχος τότε σὰν «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. 13,1). Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πολλοὶ ταλαντοῦχοι ἄνθρωποι στὴν κοινωνία, καὶ στὴν Ἐκκλησία εἰδικότερα, χάνονται χωρὶς νὰ προσφέρουν τὶς ἱκανότητές τους στοὺς συνανθρώπους. Ἡ ἀγάπη εἶναι τελικὰ ἐκείνη ποὺ ἀξιοποιεῖ τὰ χάρισμα τοῦ καθενός, μικρὸ ἢ μεγάλο, γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

ΠΗΓΗ